ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΗΣ ΕΥΔΑΠ ΣΕ ΙΔΙΩΤΕΣ

Καταχώρηση 2016/04/03

Η Ολ ΣτΕ 1906/2014 δεχόμενη σχετική αίτηση ακύρωσης έκρινε ότι πρέπει να ακυρωθεί η υπ’αριθμ. 206/25-04-2012 (Φ.Ε.Κ 1363/26-04-2012, Τεύχος Β’) απόφαση της Δ.Ε.Ε.Α (Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων) ως αντίθετη προς το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, κατά το μέρος που μεταβιβάζονται χωρίς αντάλλαγμα από το Ελληνικό Δημόσιο στο Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ μετοχές της Ε.ΥΔ.ΑΠ που αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να χάνει την πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η εν λόγω αίτηση ακύρωσης, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, κατά το μέρος που προσβαλλόταν η μεταβίβαση στο Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ μετοχών των Δ.Ε.Π.Α, Ο.Λ.Π Α.Ε., Ε.Υ.Α.Θ και Ο.Λ.Θ, χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς δυνατότητα αναμεταβιβάσεως στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 α΄ του Ν. 2744/1999, σκοπός της Ε.ΥΔ.ΑΠ είναι η παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, η μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης. Στις δραστηριότητες και τα έργα αυτά συμπεριλαμβάνεται η άντληση, αφαλάτωση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, διανομή και διαχείριση των προς τους σκοπούς αυτούς αποδιδομένων υδάτων πάσης φύσεως, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες συλλογής, μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διαχείρισης των πάσης φύσεως λυμάτων (πλην των τοξικών) και η διανομή διάθεση και διαχείριση των προϊόντων των δικτύων αποχετεύσεως.

Ο Ν. 2744/1999 επίσης προέβλεψε ότι η Ε.ΥΔ.ΑΠ διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του α.ν 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, του Ν. 2414/1996 περί εκσυγχρονισμού των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου (Ν. 1068/1980), τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, έχει διάρκεια εκατό (100) ετών και απαγορεύεται να εκποιεί, να εκμισθώνει ή να παραχωρεί κατά χρήση ή να συνιστά οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων παγίων στοιχείων της, που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης δραστηριοτήτων της (άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 8 του Ν. 2744/1999). Επίσης το άρθρο 1 παρ. 9 και 10 του Ν. 2744/1999 προέβλεψε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της Ε.ΥΔ.ΑΠ. ορίζεται σε 20.000.000.000 δραχμές και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές έως 49% του μετοχικού κεφαλαίο.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και ότι οι υπηρεσίες υδρεύσεως και αποχετεύσεως, είναι δυνατό να παρέχονται από μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως ανώνυμη εταιρία. Ο χαρακτήρας, όμως, της δημοσίας επιχειρήσεως αναιρείται στην περίπτωση της αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τον έλεγχο της ανωνύμου εταιρίας δια του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι της αποξενώσεώς του από εκείνο το ποσοστό των μετοχών (μεγαλύτερο του 50% σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας και το καταστατικό) που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη δυνατότητα εκλογής, από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρίας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της. Στην περίπτωση αυτή η δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται όχι μόνον τύποις, δια της υπαγωγής της στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που διέπουν τις ανώνυμες εταιρίες, αλλά και κατ’ ουσίαν, μετατρεπόμενη σε ιδιωτική επιχείρηση, διότι παρέχεται σε ιδιώτες επενδυτές η νομική δυνατότητα συγκεντρώσεως του ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που εξασφαλίζει τον ιδιοκτησιακό έλεγχο και την εκλογή της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας. Η δε κατ’ ουσίαν μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία.

Επειδή ακριβώς οι υπηρεσίες της Ε.ΥΔ.ΑΠ παρέχονται μονοπωλιακώς, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και οι σχετικές υπηρεσίες είναι αναγκαίες για την ανθρώπινη διαβίωση κρίθηκε ότι η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της Ε.ΥΔ.ΑΠ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία, ώστε να μην μετατραπεί μία δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος. Με το σκεπτικό αυτό έγινε δεκτή η αίτηση ακυρώσεως και ακυρώθηκε η προσβαλλομένη απόφαση της Δ.Ε.Α.Α κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο (36.245.240 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου).

Περισσότερα

ΟΛΣΤΕ 4446/2015 – ΠΑΡΑΝΟΜΗ Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΑ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΕΙ ΤΙΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Καταχώρηση 2016/04/02

Η ΟλΣτΕ 4446/2015 έκρινε παράνομη την επί μακρόν παράλειψη της διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου θεσπίστηκε αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού. Περαιτέρω, ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας αφενός τη μεταβλητότητα των συνθηκών της αγοράς εν γένει και της αγοράς ακινήτων ειδικότερα, οι οποίες επηρεάζουν τις αγοραίες αξίες, και αφετέρου την πιθανότητα σφαλμάτων κατά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας αυτών, εισήγαγε στο άνω σύστημα προσδιορισμού αξιών των ακινήτων συγκεκριμένη μέθοδο που διασφαλίζει τη νόμιμη αξίωση των πολιτών να καταβάλλουν φόρο, ο οποίος να αντιστοιχεί σε πραγματική και όχι σε πλασματική τους περιουσία (βλ. άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος). Συγκεκριμένα, προέβλεψε σύστημα περιοδικής ανά διετία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, βάσει του οποίου οι αντικειμενικώς καθορισθείσες φορολογητέες αξίες πρέπει να ελέγχονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και να αναπροσαρμόζονται, ώστε να ανταποκρίνονται, κατά το δυνατόν, στις εκάστοτε διαμορφούμενες αγοραίες αξίες.

Ειδικότερα, η Διοίκηση οφείλει εντός της άνω διετούς προθεσμίας ή, πάντως, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την πάροδο αυτής, να επανελέγχει τις υφιστάμενες αντικειμενικές αξίες, σύμφωνα με τα πορίσματα των, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982, επιτροπών, και να τις αναπροσαρμόζει, όπου συντρέχει λόγος. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή α) δεν προβεί στην έναρξη της προβλεπόμενης στο νόμο διαδικασίας και στην εκτίμηση, βάσει των πορισμάτων των άνω επιτροπών, περί της ανάγκης ή μη αναπροσαρμογής ή β) δεν αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες, όπου προκύπτει αναντιστοιχία αυτών προς τις αγοραίες, εντός της διετίας ή εντός εύλογου χρόνου μετά την πάροδο αυτής, παραλείπει οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω υποχρέωση της Διοίκησης υφίσταται ανεξαρτήτως του δικαιώματος του φορολογουμένου να αμφισβητήσει δικαστικώς την αντικειμενική αξία συγκεκριμένου ακινήτου κατά το στάδιο επιβολής του φόρου, αν θεωρεί, είτε ότι εξ αρχής αυτή δεν καθορίστηκε ορθώς, είτε ότι η αγοραία αξία του ακινήτου μειώθηκε λόγω μεταβολής των συνθηκών της αγοράς.

Η Διοίκηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αστάθεια στην αγορά ακινήτων και η έλλειψη κινητικότητας έχει ως συνέπεια να μην υπάρχει ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα αγοραπωλησιών, όπως σε κανονικές συνθήκες, όπου οι τιμές διέπονται από τον κανόνα της αγοράς και της ζήτησης, η ρευστή δε και αβέβαιη αυτή κατάσταση δεν επιτρέπει την προσέγγιση των πραγματικών τιμών των ακινήτων και τον προσδιορισμό νέων περισσότερο αξιόπιστων αντικειμενικών αξιών. Ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, αφού η Διοίκηση προέβη σε ένταξη νέων περιοχών στο αντικειμενικό σύστημα (4.489 οικισμοί σε διάφορους δήμους της Χώρας) και καθορισμό των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων σε αυτές, με ισχύ από 01-01-2011, δηλαδή εν μέσω οικονομικής κρίσης, ενώ με την απόφαση ΠΟΛ. 1156/2013 προσδιόρισε τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε ζώνες της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού για την ίδια χρονική περίοδο. Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι η αλλεπάλληλη παράταση των προθεσμιών αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών με τα Μνημόνια δεν αποδεικνύει αδυναμία αναπροσαρμογής αυτών, λόγω ανυπαρξίας επαρκών και αξιόπιστων στοιχείων, αλλά καθυστέρηση στη δημιουργία κατάλληλου πλαισίου συλλογής και επεξεργασίας των απαραίτητων δεδομένων για την ανεύρεση των αγοραίων τιμών των ακινήτων, καθυστέρηση η οποία, πάντως, δεν δύναται να αποβεί σε βάρος των φορολογουμένων ούτε να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη επιβολή φορολογικών βαρών βάσει αντικειμενικών αξιών που δεν ανταποκρίνονται στις αγοραίες.

Επίσης η Διοίκηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι φορολογούμενοι έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν δικαστικώς το ύψος των αντικειμενικών αξιών με την αμφισβήτηση του εκάστοτε επιβαλλόμενου φορολογικού βάρους. Ωστόσο το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα αυτή έχει παρασχεθεί και λειτουργεί διορθωτικά εντός του συστήματος περιοδικής αναπροσαρμογής των αντικειμενικώς καθοριζομένων αξιών, προκειμένου οι φορολογούμενοι να προστατευθούν είτε από λάθη είτε από απρόοπτες μεταβολές των τιμών εντός της διετούς περιόδου ισχύος αυτών. Αντίθετα, η ανωτέρω δυνατότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός του συστήματος αυτού και να μετακυλήσει στους φορολογούμενους το βάρος της διαρκούς δικαστικής αμφισβήτησης του τρόπου υπολογισμού της φορολογητέας βάσης και της απόδειξης του ανεπίκαιρου των αντικειμενικών αξιών.

Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για χορήγηση παράτασης μέχρι το τέλος του 2016 της εξάμηνης προθεσμίας αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, η οποία είχε χορηγηθεί με την υπ’αριθμ. 4003/2014 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ και παρήλθε άπρακτη, με το σκεπτικό ότι  δυνατότητα παράτασης της ταχθείσας, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω εξαιρετικής διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3α του Π.Δ 18/1989, προθεσμίας (η οποία μάλιστα εν προκειμένω ορίστηκε εξάμηνη αντί τρίμηνης). Επιπλέον έγινε δεκτό ότι η παράταση αυτή δεν ενδείκνυται να χορηγηθεί ενόψει του ότι προσκομίστηκε από το Δημόσιο σχέδιο νομοσχεδίου, με τις διατάξεις του οποίου καθορίζονται μεταβατικές τιμές προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων και, ειδικότερα, νέες τιμές ζώνης και νέοι συντελεστές εμπορικότητας, γεγονός που υποδηλώνει την, κατ’ αρχήν, δυνατότητα συμμόρφωσης προς την υπ’αριθμ. 4003/2014 απόφαση του ΣτΕ. Με το σκεπτικό αυτό έγινε δεκτό ότι είναι παράνομη η παράλειψη της Διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων.

Περισσότερα

ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΜΗ ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΑΦΜ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΕ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΚΠΟΛΔ

Καταχώρηση 2016/02/09

Η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ήτοι του ΑΦΜ, της ΔΟΥ του ανακόπτοντος και του e-mail του Δικηγόρου δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, σύμφωνα με την πρόσφατα εκδοθείσα υπ’αριθμ. 17/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Στη συγκεκριμένη απόφαση αναφέρεται ότι η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, ήτοι του Α.Φ.Μ και Δ.Ο.Υ. του ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Παρακάτω παρατίθεται το κείμενο της απόφασης:

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 17/2016

Αριθμός εκθέσεως καταθέσεως ανακοπής 27/Ασφ10/2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Θεοδώρα Θεοδοσιάδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών που ορίσθηκε με κλήρωση, χωρίς Γραμματέα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λαμία, στις 14 Ιανουαρίου 2016, για να δικάσει την υπ’ αριθ., εκθέσεως καταθέσεως 27/Ασφ10/2016 ανακοπή με αντικείμενο διόρθωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ:……………………………………., κατοίκου Λιβανάτων Λοκρίδος Νομού Φθιώτιδος, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του …………….., ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ………………………………………….. κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ………………, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1167 εδ. α ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Με το θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει (υποστρέφει) αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας. Σύμφωνα με μία άποψη, η υποστροφή της επικαρπίας δεν ασκεί καμία επίδραση επί της υφιστάμενης κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, με αφετηρία την αρχή ότι με την κατάσχεση, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποχωρίζεται από την περιουσία του οφειλέτη και τίθεται υπό υλική και νομική δέσμευση ορισμένο δικαίωμα, το οποίο και μόνο άγεται σε πλειστηριασμό και μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. Κατά την ορθότερη όμως άποψη, που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας μετά το θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν) και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας. Εξάλλου, υπέρ της αυτοδίκαιης επέκτασης της κατάσχεσης επί της επικαρπίας η οποία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, δεν έχει πλέον αυθυπαρξία, συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 992 παρ. 3 ΚΠολΔ, που επεκτείνει την κατάσχεση του ακινήτου επί των συστατικών του, καίτοι αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου. Εφόσον η επέκταση αυτή λαμβάνει χώρα επί συστατικών, που έχουν φυσική αυτοτέλεια, κατά μείζονα λόγο τούτο πρέπει να συμβαίνει επί της επικαρπίας, που αποτελεί σάρκα της κυριότητας. Με την ανωτέρω επέκταση δεν ωφελούνται αδικαιολογήτως οι δανειστές ή ο υπερθεματιστής εις βάρος του οφειλέτη. Οι δανειστές προβαίνουν στην κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και οι πλειοδότες, προτιθέμενοι να πλειοδοτήσουν κατά τον πλειστηριασμό, υπολογίζουν πρωτίστων επί της αποσβέσεως της επικαρπίας, από την οποία αποξενώθηκε ήδη με την κατάσχεση ο οφειλέτης, μη δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτήν σε τρίτο ή να συστήσει νέα (αρθ. 997 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ούτε καν για σύγκρουση εκατέρωθεν συμφερόντων είναι δυνατόν να γίνει λόγος (ΑΠ 1657/2001, ΕφΘεσ 418/2010, ΕφΑθ 9371/2001, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Παρ 498α.)

Ο ανακόπτων, καθ’ ού η εκτέλεση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ζητά να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. 1871/2.7.2014 αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και η υπ’ αριθμ. 1925/2015 Β’ επαναληπτική περίληψη αυτής, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας Δημήτριος Μαγγίπας, δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, την 20.1.2016, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί της αναφερόμενης σ’ αυτήν, ακίνητης περιουσίας του, με επίσπευση του καθ’ου η ανακοπή, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του κατασχεθέντος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεδομένου ότι, μετά την κατάσχεση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό, έχει επέλθει υποστροφή της επικαρπίας λόγω θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας του και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαιώματα πλήρους κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος.

Η ανακοπή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθόσον η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα επιδόθηκε την 27.5.2014, άρθρο 9 παρ.3 του ν.4335/2015) αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, με την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ω.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Περισσότερα

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝΥΠΟΒΑΛΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΣΕΛΗ ΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ) ΜΕ ΤΟΝ Ν. 4336/2015

Καταχώρηση 2016/01/28

Ο Ν. 4336/2015 επέφερε σημαντικές αλλαγές στο Ν. 3869/2010. Με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ υπ’αριθμ. 94/14-08-2015, Τεύχος Α’) ορίσθηκε ότι: «1. Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010. Η υπαίτια παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του ν. 3869/2010». Από την διάταξη αυτή προέκυπτε ότι οι οφειλέτες των οποίων η αίτηση για συζητείτο εντός 6 μηνών από την έναρξη ισχύος του συγκεκριμένου νόμου δεν ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίσουν συμπληρωματικά στοιχεία. Επίσης ερμηνευτικά προέκυπτε ότι μόνο η παράλειψη του οφειλή, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010, η οποία οδηγεί και σε απόρριψη της αίτησης.

Τα έγγραφα που οφείλει να προσκομίσει ο δανειολήπτης για τον οποίο εκκρεμεί η συζήτηση της αίτησης ορίσθηκαν με την υπ’αριθμ. 8986/2015 Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού – Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιώματος – Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης – Οικονομικών  (βλ. ΦΕΚ υπ’αριθμ. 2208/14-10-2015, Τεύχος Β’). Ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι η επικαιροποίηση των οικονομικών στοιχείων των αιτούντων, ώστε να καταστεί δυνατό οι πιστωτές ενδεχομένως να υποβάλουν αίτηση μεταρρύθμισης της ισχύουσας για τον οφειλέτη προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, και να ζητήσουν την μεταβολή της ορισθείσας μηνιαίας δόσης ή τη μεταβολή της μηδενικής καταβολής που έχει ορισθεί.

Το άρθρο 14 παρ. 9 του Ν. 4346/2015 που ψηφίστηκε στην συνέχεια ορίζει ότι η παρ. 1 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του Κεφαλαίου Α` του Ν. 4336/2015 (Α`94) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010. Η παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010». Η μόνη διαφορά υπάρχει στη διατύπωση ανάμεσα στις δύο διαφορετικές διατάξεις είναι ότι πλέον έχει απαλειφθεί η λέξη «υπαίτια» και επομένως θα πρέπει να γίνει δεκτό ερμηνευτικά ότι δεν χρειάζεται υπαιτιότητα για να θεωρηθεί η παράλειψη υποβολής σχετικών εγγράφων ως παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010, αλλά αρκεί απλά μόνο η παράλειψη προσκόμισής της, χωρίς να εξετάζεται εάν ευθύνεται για αυτή ο αιτών.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με τη συγκεκριμένη τροποποιητική διάταξη δεν χορηγείται παράταση στην προθεσμία για την προσκόμιση των συγκεκριμένων συμπληρωματικών εγγράφων. Επειδή γίνεται αντικατάσταση της συγκεκριμένης διάταξης (παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015) μάλλον θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι παραπέμπει και η νέα διάταξη στην έναρξη ισχύος του παλαιού Ν. 4336/2015, δηλαδή την 14-08-2015 (η αναφορά «από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου» αναφέρεται στον Ν. 4336/2015 και όχι στον Ν. 4346/2015) και ότι επομένως οι έχοντες υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 θα πρέπει να προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα μέχρι την 14-02-2016.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 11 του Ν. 4161/2013, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του, αλλά αυτό στην πράξη το τελευταίο διάστημα δεν τηρείται και παρατηρούνται μεγάλες καθυστερήσεις στην ικανοποίηση σχετικών αιτημάτων. Δυστυχώς πλέον η κατάθεση πρόσφατων βεβαιώσεων οφειλών είναι απαραίτητη, διαφορετικά η παράλειψη κατάθεσης και αυτών συνιστά ανειλικρινή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, κατ’άρθρο 10 του Ν. 3869/2010. Πλέον επίσης θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αρκεί απλώς η κατάθεση της αίτησης που έχει υποβάλει ο δανειολήπτης για την χορήγηση των αντίστοιχων βεβαιώσεων (ώστε να αποδείξει ότι εγκαίρως είχε υποβάλει την σχετική αίτηση και ότι επομένως δεν βαρύνεται με δόλο ή αμέλεια για την μη έγκαιρη προσκόμισή τους), αφού πλέον δεν απαιτείται και πταίσμα, αλλά απλώς αντικειμενικά η παράλειψη προσκόμισης των εγγράφων αυτών. Για αυτό κρίνεται απαραίτητο με νομοθετική διάταξη να παραταθεί η προθεσμία για την προσκόμιση των εγγράφων αυτών, αφού παρατηρείται πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην ικανοποίηση σχετικών αιτημάτων από την πλευρά των τραπεζών, οι οποίες με αυτόν τον τρόπο μπορούν να προκαλέσουν την απόρριψη της αίτησης που έχει υποβάλει ο δανειολήπτης με την καθυστερημένη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών.

Περαιτέρω με την παρ. 4 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 ορίσθηκε ότι εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του συγκεκριμένου νόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπόθεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω νόμου, σε συντομότερη δικάσιμο. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, επαναπροσδιορίζεται αυτεπαγγέλτως εντός τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το σύνολο των υποθέσεων, οι οποίες έχουν ήδη προσδιοριστεί πέραν της τριετίας, αρχίζοντας από αυτές που έχουν προσδιοριστεί συντομότερα με προτίμηση στις σημαντικότερες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, υποθέσεις. Ο ορισμός συντομότερης δικασίμου γίνεται ατελώς για τον αιτούντα. Η πράξη προσδιορισμού δικασίμου κοινοποιείται είτε με επίδοση από δικαστικό επιμελητή είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ιδίως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονική αλληλογραφία στον πληρεξούσιο δικηγόρο ή στον διάδικο. Συνεπώς δεν προκύπτει υποχρέωση του οφειλέτη να προβεί σε προσδιορισμό συντομότερης δικασίμου για την αίτησή του που εκκρεμεί και η παράλειψή του αυτή δεν έχει οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια για αυτόν.

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

Μ.Δ.Ε Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

 

Περισσότερα

Υ.Α 130377/2015 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΔΟΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΣΕΛΗ ΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ)

Καταχώρηση 2016/01/27

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, στο πλαίσιο υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο παραπάνω σχέδιο διευθέτησης οφειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη, και καταβάλλεται στους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης συνεισφοράς. Με την ίδια διάταξη ορίσθηκε ότι με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών θα καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της δυνατότητας αυτής.

Μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2016 ορίζεται ότι το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να προβεί σε μερική κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που καταβάλλει ο οφειλέτης, που πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις και του ποσού που ορίζεται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Στην περίπτωση αυτή το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θεωρείται ότι εξυπηρετείται και οποιοδήποτε μη καταβληθέν ποσό κεφαλαιοποιείται στο υπολειπόμενο ποσό του σχεδίου διευθέτησης οφειλών. Οι όροι και προϋποθέσεις της εξόφλησης της οφειλής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο στους πιστωτές για το 2016 προβλέφθηκε ότι θα ορίζονται με σχετική υπουργική απόφαση.

Σχετικά εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 130377/2015 Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ υπ’αριθμ. 2723/16-12-2015, Τεύχος Β’), με την οποία καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής.

Με την εν λόγω Υ.Α ορίζεται ότι δικαιούχος της συμμετοχής του Δημοσίου είναι ο οφειλέτης στο πρόσωπο του οποίου έχει εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου, η οποία καθορίζει σχέδιο διευθέτησης οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, και η οποία κρίνει οριστικά ότι στο πρόσωπο του οφειλέτη πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα υπολείπεται ή είναι ίσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα, δ) είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται και ε) βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων καταβολών.

Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς, η οποία καθορίζεται ως εξής: α) αν το διαθέσιμο εισόδημα είναι μικρότερο ή ίσο των οχτώ χιλιάδων ευρώ (8.000 €) η ετήσια ελάχιστη συνεισφορά υπολογίζεται σε 5% επί του διαθέσιμου εισοδήματος, β) αν το διαθέσιμο εισόδημα είναι άνω των οχτώ χιλιάδων ευρώ (8.000 €), επί του υπερβάλλοντος ποσού υπολογίζεται επιπλέον συνεισφορά 10%. Η συμμετοχή του Δημοσίου περιορίζεται στις οφειλές που προκύπτουν από στεγαστικό δάνειο πρώτης κατοικίας. Η συμμετοχή του Δημοσίου συνίσταται στην καταβολή του ποσού που προκύπτει ύστερα από την αφαίρεση του ποσού το οποίο κατέβαλε ο οφειλέτης από το ποσό της μηνιαίας δόσης αποπληρωμής της οφειλής από στεγαστικό δάνειο πρώτης κατοικίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών, όπως προσδιορίζεται στην προσκομισθείσα δικαστική απόφαση. Η καταβολή της συμμετοχής, εκτελείται μετά την καταβολή εκ μέρους του οφειλέτη, ορίζεται μηνιαία και πραγματοποιείται απευθείας προς τους πιστωτές, με πίστωση του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού/κωδικού δανείου. Η συμμετοχή του Δημοσίου διακόπτεται σε περίπτωση μη καταβολής εκ μέρους του οφειλέτη της ελάχιστης συνεισφοράς.

Προβλέπεται ότι η ελάχιστη συνεισφορά του οφειλέτη επανεξετάζεται στο τέλος κάθε οικονομικού έτους, για τυχόν μεταβολή του διαθέσιμου εισοδήματος του αιτούντος. ότι οφειλέτης ενημερώνεται σχετικά με το ποσό στο οποίο αντιστοιχεί η ελάχιστη συνεισφορά του για το επόμενο οικονομικό έτος, μέσω αυτοματοποιημένων γραπτών μηνυμάτων. Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά και επέχει θέση υπεύθυνης Δήλωσης του Ν. 1599/1986, μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής προσαρτημένης στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή. Η πρόσβαση στην ηλεκτρονική αίτηση γίνεται με τη χρήση των κωδικών του δικαιούχου στο σύστημα TAXISnet του Υπουργείου Οικονομικών.

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

Μ.Δ.Ε Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

 

Περισσότερα

Μοιράσου το στα κοινωνικά δίκτυα

UA-36919497-1