ΠΑΡΟΧΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΑ ΜΕ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Καταχώρηση 2016/04/03

Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος «καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο». Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής αποφάσεως της αρχής, στην οποίαν απευθύνεται η αναφορά, και με την άδεια αυτής, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σε αυτή (Α.Π 1109/1985, ΠοινΧρ ΛΣΤ/142).

 

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 796/1971, αναφορά  θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι, ορισμένο έγγραφο έχει, κατά την έννοια αυτών, το χαρακτήρα αναφοράς, ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν: α) Περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου αυτής, β) Περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης (Α.Π 1170/1993, ΠοινΧρ ΜΓ/863) και γ) Απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει τις επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή την  παράλειψη (βλ. σχετ. adhoc Ολ. Α.Π 1241/1984, Α.Π 1245/1986, Α.Π 526/2004). Αν το δικαστήριο, παρά την έλλειψη της απαιτούμενης αδείας, δεν κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη (370 γ` ΚΠΔ), αλλά προχωρήσει σε κατ` ουσίαν εκδίκαση της διαφοράς και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υποπίπτει στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Η` ΚΠΔ (Βλ. Α.Π 1709/2003, ΠοινΔικ 2004/234 – Α.Π 1312/1997, ΠοινΧρ ΜΘ/758 – Α.Π 1570/1996, ΠοινΧρ ΜΖ/1016 – Α.Π 495/1995, ΠοινΧρ ΜΕ/790).

 

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για να ασκηθεί ποινική δίωξη για παραβάσεις που διαλαμβάνονται στην αναφορά, πρέπει, σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και τα άρθρα 41, 54, 55 και 370 στοιχ. γ` του ΚΠΔ να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις: α) να έχει ληφθεί τελική απόφαση για το περιεχόμενο της αναφοράς και β) να έχει δοθεί η άδεια από την αρμόδια αρχή για δίωξη εκείνου που την υπέβαλε και για παραβάσεις που τελέσθηκαν με αυτή (αναφορά), η έλλειψη των οποίων κωλύει την άσκηση ποινικής διώξεως για τέτοιο αδίκημα και καθιστά απαράδεκτη την τυχόν ασκηθείσα (ΤριμΠλημΤρικ 24/2013, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Οι ανωτέρω προϋποθέσεις θα πρέπει να υφίστανται κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης και όχι μεταγενέστερα. Επιπλέον αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας για την άσκηση ποινικής δίωξης είναι η αρχή η οποία είναι αρμόδια να αποφανθεί επί της αναφοράς και όχι η αρχή στην οποία ενδεχομένως εκ παραδρομής ή λόγω άγνοιας κατατίθεται η αναφορά αυτή.

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

ΜΔΕ Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

Περισσότερα

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΕ ΙΚΑ, Ο.Α.Ε.Ε ΚΑΙ Ε.Τ.Α.Α

Καταχώρηση 2016/03/03

Το 578 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ ορίζει ότι τα δελτία ποινικού μητρώου παύουν να ισχύουν και αποκλείεται η χρησιμοποίησή τους για οποιοδήποτε σκοπό όταν η απόφαση, για την οποία έχει  συνταχθεί  δελτίο ποινικού μητρώου, ακυρωθεί με  αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή η πράξη αμνηστευθεί ή απονεμηθεί χάρη με ολική άρση των συνεπειών κατ` άρθρο 47 παρ. 2 του Συντάγματος ή με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου, η πράξη παύει να είναι αξιόποινη.

Το άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967 ποινικοποίησε την μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας. Η χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου νόμου εντατικοποιήθηκε τα τελευταία έτη με την άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση που πλήττει την χώρα μας. Με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, ορίσθηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ι.Κ.Α, που βαρύνουν τον υπόχρεο, να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€) και για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται προς απόδοση προς το Ι.Κ.Α να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€). Με βάση τη συγκεκριμένη διάταξη κατέστη μη αξιόποινη η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α μικρότερου ύψους και δίνεται η δυνατότητα σε όσους έχουν καταδικασθεί για την μη καταβολή χαμηλότερων ποσών να ζητούν τη διαγραφή των σχετικών καταδικαστικών αποφάσεων από το ποινικό τους μητρώο. Σχετικά έχει κριθεί ότι η εκ των υστέρων αύξηση του ποσού των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση ποινικού αδικήματος, η οποία καθιστά εκ των υστέρων μη αξιόποινη την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος συνιστά λόγο διαγραφής της από το ποινικό μητρώο δικαστικής χρήσης (βλ. ad hoc ΔιατΕισΠρΑθ 56/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω με το άρθρο 30 του Ν. 4321/2015 ορίσθηκε ότι η  διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν 86/1967 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε) και στο Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α), δηλαδή η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών από ελεύθερους επαγγελματίες κατέστη μη αξιόποινη. Ο Ο.Α.Ε.Ε υπεισήλθε στη θέση του Τ.Ε.Β.Ε, του Τ.Α.Ε και του Τ.Σ.Α με τα άρθρα 1 και 37 του Π.Δ 258/2005. Αντίστοιχα το Ε.Τ.Α.Α υπεισήλθε στη θέση του ΤΣΜΕΔΕ, του ΤΣΑΥ, του TAN με το άρθρο 25 του Ν. 3655/2008. Σχετικά θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά inbonampartem (2 ΠΚ) και στις περιπτώσεις παλαιότερων οφειλών ασφαλιστικών εισφορών προς το Τ.Ε.Β.Ε, το Τ.Α.Ε και το Τ.Σ.Α, το ΤΣΜΕΔΕ, το Τ.Σ.Α.Υ, το T.A.N που πλέον καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τον Ο.Α.Ε.Ε και το Ε.Τ.Α.Α. Συνεπώς οι καταδικασθέντες στο παρελθόν για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς τους συγκεκριμένους ασφαλιστικούς οργανισμούς μπορούν πλέον να ζητήσουν τη διαγραφή των σχετικών καταδικαστικών αποφάσεων από το ποινικό τους μητρώο.

Ακολουθεί το κείμενο της υπ’αριθμ. 43/2016 Διάταξης της κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών που αφορά της διαγραφή καταδικαστικών αποφάσεων από το ποινικό μητρώο δικαστικής χρήσης του αιτούντος που αφορούσαν την μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α και το Τ.Ε.Β.Ε.:

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

 

Τμήμα Ποινικού Μητρώου

Αριθμός Διάταξης: 43/2016

 

ΔΙΑΤΑΞΗ

Η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών

 

Αφού λάβαμε υπόψη την υπ' αριθ. πρωί. 15/1-2-2016 αίτηση του …….. του …………… και της ……….., που γεννήθηκε στις …………. στην ……….., κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, κατόχου δελτίου ταυτότητας με στοιχεία ……………., που εκδόθηκε στις …………. από το ……………, με Α.Φ.Μ. ……………, που χορηγήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. …………….., εκθέτουμε τα ακόλουθα:

Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η διαγραφή από το ποινικό μητρώο του αιτούντος: α) της υπ' αριθ. ……….. απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 1.180 ευρώ, βάσει των ποινών που του είχαν επιβληθεί με τις υπ' αριθ. ………….. και ………… ερήμην αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, και με καθεμία από τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 300.000 δραχμών και β) της υπ' αριθ. ………….. ερήμην απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως και χρηματική ποινή 100.000 δραχμών. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 574§§ 1,2 του ΚΠΔ, «Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του μηχανογραφικού συστήματος κατά το άρθρο 573§1 εδ. ε', το ποινικό μητρώο αποτελείται από δελτία. Σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής: α) Τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου, που είναι αναγκαία για την εξατομίκευσή του. Αν πρόκειται για έγγαμο, αναγράφεται το πατρικό επώνυμο και το όνομα και επώνυμο του συζύγου.

Περισσότερα

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΑΝΑΚΡΙΒΟΥΣ ΠΡΩΤΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ»

Καταχώρηση 2016/02/05

Με την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης σε μία υπό κτηματογράφηση περιοχή δημοσιεύονται οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες που έχουν συνταχθεί κατά τα διάρκεια της κτηματογράφησης. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2664/1998 ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα «άγνωστου ιδιοκτήτη» θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστούν οριστικές οι πρώτες εγγραφές. Οι πρώτες εγγραφές καθίστανται οριστικές με την πάροδο των σχετικών προθεσμιών αμφισβήτησής τους. 

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 2664/1998 υφίσταται αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών για την αμφισβήτηση των αρχικών εγγραφών, εκτός εάν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη. Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάσταση τους στην Ελλάδα. Επίσης για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος του Ν. 3481/2006, η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης α` της παραγράφου αυτής είναι δώδεκα (12) έτη, εκτός εάν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της δωδεκαετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δεκατέσσερα (14) έτη. Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της δωδεκαετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.

Εάν ιδιοκτήτης ακινήτου έχει εκ παραδρομής ή για άλλο λόγο παραλείψει να δηλώσει την ιδιοκτησία του κατά τα διάρκεια της κτηματογράφησης, με αποτέλεσμα το ακίνητό του να εμφανίζεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε σειρά ενεργειών για την αναγνώριση και καταχώρισή της στις κτηματολογικές εγγραφές. Θα πρέπει δε εγκαίρως να προβεί στις σχετικές ενέργειες προκειμένου να μην περιέλθει η ιδιοκτησία του στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την πάροδο των σχετικών προθεσμιών, οπότε και τα ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη περιέρχονται σε αυτό.

Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2664/1998 ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου μπορεί, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως, να προβαίνει στη διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων των κτηματολογικών εγγραφών. Η διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής που εμφανίζει ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» μπορεί να γίνει εφόσον το δικαίωμα του αιτούντος

προκύπτει από δημόσιο έγγραφο που καταχωρίσθηκε στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου πριν από την ανάρτηση των στοιχείων της κτηματογράφησης, η οποία προηγείται της έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης του άρθρου 11 του Ν. 2308/1995, ή και μετά από αυτήν, εφόσον στηρίζεται σε προηγούμενη πράξη καταχωρισθείσα στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου πριν από την εν λόγω ανάρτηση, υπό την προϋπόθεση ότι μέσω της διορθώσεως δεν αντικαθίσταται (εκτοπίζεται) δικαίωμα τρίτου, εκτός αν ο τρίτος συναινεί στη διόρθωση, συνυπογράφοντας την αίτηση, η συναίνεση δε αυτή δεν υποκρύπτει άτυπη μεταβίβαση ή μεταβολή τίτλου του ακινήτου.

Στην περίπτωση ακινήτου με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», απαιτείται συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου, εκτός αν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, με βάση το οποίο έχουν καταχωρισθεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου δικαιώματα συνδικαιούχων, οπότε δεν απαιτείται συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως στην περίπτωση π.χ που μία οριζόντια ιδιοκτησία ανήκει σε δύο πρόσωπα σε ποσοστό 50% που απέκτησαν το ακίνητο αυτό με το ίδιο συμβόλαιο (π.χ με αποδοχή κληρονομίας), αλλά μόνο ο ένας συγκύριος από τους δύο προέβη σε δήλωση του δικαιώματός του, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο 50% να εμφανίζεται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο δεύτερος συγκύριος μπορεί να ζητήσει την καταχώρηση του δικαιώματός του με αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος, χωρίς τη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την δικαστική οδό.

Συναίνεση του Δημοσίου δεν απαιτείται επίσης και στην περίπτωση που το δημόσιο έγγραφο, με βάση το οποίο ζητείται η διόρθωση της εγγραφής, αποτελεί τίτλο εγγραπτέου δικαιώματος επί άλλου κτηματογραφηθέντος ακινήτου της ίδιας κτηματογραφηθείσας περιοχής, το οποίο δηλώθηκε και καταχωρίσθηκε στο κτηματολόγιο, καθώς και όταν ο τίτλος του αιτούντος τη διόρθωση ή των δικαιοπαρόχων του (άμεσων ή απώτερων) είναι παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.. Το ίδιο ισχύει επίσης όταν το ακίνητο με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», για το οποίο ζητείται η διόρθωση, είναι οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία και από το συσχετισμό του προσκομιζόμενου τίτλου κτήσης του αιτούντος και των δικαιοπαρόχων του προς την πράξη σύστασης της οριζόντιας ή κάθετης, αντίστοιχα, ιδιοκτησίας, διαπιστώνεται ότι εξαντλείται το σύνολο των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του εγγραπτέου δικαιώματος επί της οριζόντιας ή κάθετης αυτής ιδιοκτησίας. Το ίδιο γίνεται δεκτό και στην περίπτωση που στην οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία δεν αντιστοιχεί αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο, αλλά το αντιστοιχούν σε αυτήν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εμφανίζεται με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη» Στην περίπτωση αυτή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διορθώσεως της αρχικής εγγραφής με τη διαδικασία του πρόδηλου σφάλματος, δημιουργείται αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο για την οριζόντια ή κάθετη, αντίστοιχα, ιδιοκτησία.

Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υποβολή αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος ο ιδιοκτήτης, του οποίου το σχετικό δικαίωμα δεν έχει καταχωρηθεί στις κτηματολογικές εγγραφές, θα πρέπει να ακολουθήσει τη δικαστική οδό. Το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 2664/1998 ορίζει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ` ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός εάν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 περ. β' του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998, όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με τον Ν. 3481/2006 και ειδικότερα με το άρθρο 2 παρ. 2, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν. 2664/1998, διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 περ. β’ του Ν. 2664/1998 σε περίπτωσηπου ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά την κείμενη νομοθεσία, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες, οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος. Από σειρά αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων (Βλ. ΕφΑθ 206/2010, Αρμ 2011/223 – ΕφΑθ 4080/2008, ΕλλΔνη 2009/875 – ΜονΠρΒολ 163/2009, Αρμ 2009/1126 – ΜονΠρΒολ 313/2009, Αρμ 2009/1513 – ΜονΠρΘεσ 26833/2008, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΜονΠρΑρτ 189/2009, Αρμ 2011/227 – ΜονΠρΣερ 430/2010, Αρμ 2011/226 – ΜονΠρΒολ 707/2008, Αρμ 2009/854 – ΜονΠρΦλωρ 98/2008, ΕλλΔνη 2008/957 – ΜονΠρΚω 1150/2008, Α’  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΜονΠρΘεσ 29835/2007, Α’  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΜονΠρΘεσ 29830/2007, ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΜονΠρΛαρ 376/2007, Δικογραφία 2007/381 – ΜονΠρΚω 283/2007 – Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατόν να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή με την ένδειξη «άγνωστος ιδιοκτήτης» και με την επίκληση τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998 δεν διακρίνει ως προς τον τρόπο κτήσης του δικαιώματος και  ο νομοθέτης, εάν ήθελε να αποκλείσει από τη διαδικασία της κτηματογράφησης την εγγραφή του δικαιούχου με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, θα το έπραττε με ρητή  διάταξη. Όλοι οι τρόποι κτήσης κυριότητας ρυθμίζονται ως αξιολογικά ισοδύναμοι στον Αστικό Κώδικα και το κτηματολόγιο αποτελεί ένα νέο θεσμό με μοναδικό σκοπό την αντικατάσταση του συστήματος δημοσιότητας των εμπράγματων δικαιωμάτων και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει τους λόγους κτήσης των δικαιωμάτων αυτών, όπως αυτοί ορίζονται από τον Αστικό Κώδικα.

 

 

 

Περισσότερα

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 01-01-2016 ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΣΕΛΗ)

Καταχώρηση 2016/01/27

Με τον πρόσφατο Ν. 4346/2015 τροποποιήθηκαν ριζικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πρώτη κατοικία του δανειολήπτη που έχει υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά). Ειδικότερα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 4346/2015 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 και η σχετική τροποποίηση ορίζεται ότι δεν θα εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αιτήσεις, αλλά θα ισχύει πλέον για τις αιτήσεις που υποβάλλονται από την 01-01-2016 και εξής.

Πλέον, σύμφωνα με την καινούρια διάταξη, ορίζεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του τροποποιηθέντος Ν. 3869/2010, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται. Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών ορίζεται ότι θα πρέπει να προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής και η οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι (20) ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) έτη. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις σχετικές καταβολές του οφειλέτη κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ.

Αν κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, ο οφειλέτης πωλήσει την κύρια κατοικία του και το τίμημα από την πώληση υπερβαίνει το ποσό της διευθετημένης δανειακής οφειλής, όπως αυτή καθορίζεται από τη δικαστική απόφαση, για την οποία έχει εγγράφει προσημείωση ή υποθήκη στην κύρια κατοικία, τότε το ήμισυ της διαφοράς κατανέμεται υπέρ των ενέγγυων και προνομιούχων πιστωτών. Σε κάθε περίπτωση το ποσό το οποίο λαμβάνει ο κάθε πιστωτής από την παραπάνω κατανομή, δεν μπορεί να είναι ανώτερο του ποσού που θα λάμβανε δυνάμει του σχεδίου διευθέτησης οφειλών.

Επίσης στην παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 ορίζεται ότι εάν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο (και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία), τότε οι διατάξεις για την εξαίρεση από την εκποίηση εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία της πρώτης κατοικίας υπότους ανωτέρω αναφερθέντες όρους ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’ αυτής.

Ιδιαίτερα σημαντική έννοια για την υπαγωγή του οφειλέτη στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 είναι η έννοια των εύλογων δαπανών διαβίωσης. Σε αυτές, όπως προσδιορίστηκαν από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013, περιλαμβάνονται οι εξής ομάδες δαπανών:


1η ομάδα: διατροφή, ένδυση και υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακίνηση, επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, αγαθά και υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες.


2η ομάδα: επιπλέον δαπάνες εστίασης.


3η ομάδα: επιπλέον δαπάνες για διαρκή αγαθά και συσκευές.


4η ομάδα: επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.


Στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης λαμβάνονται υπόψη επίσης έξοδα τα οποία σχετίζονται με κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος (δηλαδή υγεία, σχολεία κ.λπ.) και εξαιρούνται εναλλακτικές επιλογές που παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και αγορές πολυτελείας.Επίσης δεν προσμετρώνται οι δόσεις δανείου για τους δανειολήπτες και, αντίστοιχα, το ενοίκιο για τους ενοικιαστές. Σε κάθε περίπτωση, ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών θα γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και θα λαμβάνονται υπόψη περιπτώσεις των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες καταστάσεις οι δαπάνες διαβίωσης προσαυξάνονται (άτομα με χρόνιες ασθένειες, με φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες, με προβλήματα υγείας, άτομα που καταβάλλουν διατροφή).

Οι δαπάνες διαβίωσης προσαυξάνονται σημαντικά ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού, π.χ. οικογένειες με παιδιά ή εξαρτώμενα μέλη.Ειδικότερα: α) για ένα άτομο οι εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης ανάλογα με την ομάδα που ανήκει είναι από 537 ευρώ έως 682 ευρώ, β) για ένα ζευγάρι από 906 ευρώ έως 1.160 ευρώ, γ) για έναν ενήλικα με ένα παιδί από 758 ευρώ έως 962 ευρώ, δ) για ένα ζευγάρι με ένα παιδί από 1.126 ευρώ έως 1.440 ευρώ, ε) για ένα ζευγάρι με δυο παιδιά 1.347 ευρώ έως 1.720 ευρώ, στ) για ένα ζευγάρι με τρία παιδιά από 1.568 ευρώ έως 2.000 ευρώ, ζ) για ζευγάρι με τρία παιδιά και ένα εξαρτώμενο μέλος από 1.776 ευρώ έως 2.296 ευρώ, και η) για ζευγάρι με τέσσερα παιδιά 1.788 ευρώ έως 2.280 ευρώ.

Περαιτέρω στο νέο άρθρο 9 του Ν. 3869/2010 ορίζεται ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών. Σχετικά εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 54/15-12-2015 πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’αριθμ. 5740/16-12-2015 Φ.Ε.Κ, Τεύχος Β’) στην οποία ορίζεται ότι ο προσδιορισμός της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη βασίζεται στην τρέχουσα και στη μελλοντική ικανότητα αυτού για αποπληρωμή του συνόλου της οφειλής με βάση αξιόπιστες και ρεαλιστικές παραδοχές που λαμβάνουν υπόψη και τις αναφερόμενες στο άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3869/2010 εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Ειδικότερα ως βάση του υπολογισμού της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη αποτελούν το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα και οι δαπάνες διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατά το χρόνο συζήτησης της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010 αίτησής του, όπως αυτά τεκμηριώνονται από τα έγγραφα και δικαιολογητικά που αυτός έχει καταθέσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου. Για το σκοπό αυτό ο οφειλέτης υποβάλλει μαζί με την αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 κατάλληλα συμπληρωμένο το τυποποιημένο έγγραφο στο οποίο ενσωματώνονται: α) τα στοιχεία του εισοδήματος του οφειλέτη που δηλώθηκαν από αυτόν στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και β) οι δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατηγοριοποιημένες στις ομάδες των ευλόγων δαπανών διαβίωσης που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3869/2010 και στις ενδεχόμενες λοιπές δαπάνες.

Περισσότερα

ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΔΙΑΘΕΤΗ ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΝΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ (Ν. 4182/2013 και Ν.4335/2015)

Καταχώρηση 2016/01/20

Το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο προβλέπει τους εξής τύπους διαθήκης: την ιδιόγραφη (1721ΑΚ), την μυστική (1738ΑΚ) και την δημόσια (1724επ. ΑΚ) και μερικές περιπτώσεις σύνταξης έκτακτης διαθήκης (1749-1757ΑΚ) σε συγκεκριμένες οριζόμενες στο νόμο έκτακτες συνθήκες, οι οποίες όμως έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ (βλ. 1758ΑΚ). Βασική αρχή που διέπει το κληρονομικό δίκαιο είναι ότι οι τρεις ανωτέρω βασικοί τύποι διαθήκης που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα (πλην της έκτακτης που έχει περιορισμένη χρονική ισχύ και συντάσσεται υπό εξαιρετικές συνθήκες), δηλαδή η ιδιόγραφη, η μυστική και η δημόσια, έχουν ίδια ισχύ και καμία εξ αυτών δεν θεωρείται αυξημένης ισχύος έναντι των άλλων.

Ωστόσο με το άρθρο 77 του Ν. 4182/2013 ορίσθηκε για πρώτη φορά ότι: «Εξωτικός εγκαθίσταται ως κληρονόμος κληρονομιάς που δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους μόνο με δημόσια διαθήκη». Περαιτέρω ορίσθηκε ότι: «Αν με ιδιόγραφη διαθήκη διαθέτη που δεν είναι εν ζωή κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει εγκατασταθεί εξωτικός ως κληρονόμος κληρονομιάς που δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους, το δικαστήριο διατάσσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στην περίπτωση αυτή καλείται υποχρεωτικά στη δίκη, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο.»

Με τη συγκεκριμένη διάταξη ορίσθηκε ότι οι σχετικές ιδιόγραφες και μυστικές διαθήκες είναι άκυρες κατά διάσπαση του κανόνα της ίσης τυπικής ισχύος των διαφόρων τύπων διαθηκών. Η διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης δημιούργησε πολλά ερμηνευτικά προβλήματα. Ειδικότερα ο όρος «εξωτικός» δεν απαντάται πουθενά στον Αστικό Κώδικα ή στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το περιεχόμενό του μόνο ως γνωστό θα μπορούσε να θεωρηθεί. Από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει ότι μάλλον αναφέρεται σε πρόσωπο, το οποίο κληρονομεί με την διαθήκη, αλλά δεν περιλαμβάνεται στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις 1813-1824ΑΚ, δεν υφίσταται κληρονομία χωρίς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, αφού το Ελληνικό Δημόσιο καλείται, σύμφωνα με το 1824ΑΚ στην 6η τάξη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εάν δεν υφίσταται κανένας άλλος για να κληρονομήσει τον διαθέτη, χωρίς μάλιστα να μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία. Συνεπώς, σύμφωνα με το ισχύον σύστημα κληρονομικής διαδοχής δεν υφίσταται πρόσωπο, το οποίο να μην έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77 του Ν. 4182/2013 και η συγκεκριμένη διάταξη με αυστηρή γραμματική ερμηνεία θα έπρεπε να παραμείνει ανεφάρμοστη ως άνευ αντικειμένου.

Από τη συγκεκριμένη διάταξη εξ αντιδιαστολής συναγόταν ότι για τις διαθήκες που έχουν συνταχθεί από διαθέτες που στερούνται συγγενών (πόσο στενών βέβαια δεν οριζόταν ακριβώς στη συγκεκριμένη διάταξη) και που ήταν εν ζωή κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4182/2013, ήταν δυνατό να εγκατασταθεί κληρονόμος μόνο με δημόσια διαθήκη. Η βάναυση παραβίαση της ιδιωτικής αυτονομίας είναι σαφής. Ορθά μάλιστα παρατηρήθηκε (Βλ. Δ. Παπαδοπούλου-Κλαμαρή: Η ιδιόγραφη διαθήκη στο στόχαστρο, ΝοΒ 2014/229επ.) ότι με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται η αρχή της ελευθερίας του διατιθέναι, που αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής αυτονομίας και της ιδιοκτησίας και δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια δικαίου, αφού ουσιαστικά καταργούσε σε ορισμένες περιπτώσεις την ισχύ της ιδιόγραφης και της μυστικής διαθήκης, δηλαδή δύο τύπων διαθήκης ιδιαίτερα διαδεδομένων στην πράξη και προσιτών στο μέσο κοινωνό του δικαίου.

Η διάταξη αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο και φυσικό, καταργήθηκε και μάλιστα αναδρομικά με την παρ. 9 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίσθηκε ότι τα τροποποιημένα εδάφια γ’ και δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 808 ΚΠολΔ ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος του άρθρου 77 του Ν. 4182/2013. Με το άρθρο έκτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το 808 παρ. 3 ΚΠολΔ, το οποίο πλέον ορίζει ότι: «Η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τη δημοσίευσή της ειρηνοδίκη, εφόσον πιθανολογηθεί γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Όταν η διαθήκη δημοσιεύθηκε από προξενική αρχή, αρμόδιος για να την κηρύξει κύρια είναι ο ειρηνοδίκης του δικαστηρίου της κληρονομιάς. Όταν με ιδιόγραφη διαθήκη ορίζεται αποκλειστικά κληρονόμος πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος του διαθέτη ή δεν έχει με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στην περίπτωση αυτή καλείται υποχρεωτικά, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο.».

Μετά την κατάργηση του άρθρου 77 του Ν. 4182/2013 και μάλιστα αναδρομικά θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται ακυρότητα των ιδιόγραφων ή μυστικών διαθηκών ακόμη και εάν με αυτές εγκαθίστανται κληρονόμοι πρόσωπα που δεν θα καλούνταν κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του κληρονομούμενου. Οι διαθήκες αυτές είναι σε κάθε περίπτωση έγκυρες και είναι δυνατό να δημοσιευτούν κανονικά κατά την προβλεπόμενη στον ΚΠολΔ διαδικασία. Απλώς πλέον τίθενται πρόσθετες διατυπώσεις για την κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης με την οποία ορίζεται αποκλειστικά κληρονόμος πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος του διαθέτη ή δεν έχει με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη και καλείται στη σχετική δίκη και το Ελληνικό Δημόσιο.

Αντίθετα θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι σχετικές πρόσθετες διατυπώσεις δεν απαιτούνται στην περίπτωση απλής δημοσίευσης διαθήκης (υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στην απλή δημοσίευση διαθήκη και στην κήρυξή της ως κυρίας, που προβλέπονται από την παρ. 1 και παρ. 3 αντίστοιχα του 808 ΚΠολΔ). Αντίστοιχα οι συγκεκριμένες διατυπώσεις δεν απαιτούνται όταν με την ιδιόγραφη διαθήκη εγκαθίστανται κληρονόμοι πρόσωπα που έχουν με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού και ταυτόχρονα και τρίτα πρόσωπα που έχουν απώτερη συγγενική σχέση (π.χ 5ου βαθμού) ή δεν έχουν καθόλου συγγενική σχέση με τον διαθέτη.

 

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

Μ.Δ.Ε Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

Περισσότερα
UA-36919497-1